βυρσοπώλης

βυρσο-πώλης, ου, ,
A leather-seller, Ar.Eq.136.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βυρσοπώλης — βυρσοπώλης, ο (Α) δερματοπώλης. [ΕΤΥΜΟΛ. < βύρσα + πώλης < πωλώ] …   Dictionary of Greek

  • βυρσοπώλης — leather seller masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυρσοπωλῶν — βυρσοπώλης leather seller masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυρσοπῶλαι — βυρσοπώλης leather seller masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυρσοπώλαις — βυρσοπώλης leather seller masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυρσοπώλαισι — βυρσοπώλης leather seller masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυρσοπώλαισιν — βυρσοπώλης leather seller masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυρσοπώλην — βυρσοπώλης leather seller masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυρσοπώλου — βυρσοπώλης leather seller masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -πώλης — ΝΜΑ β συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής ελληνικής γλώσσας που ανάγεται στο ρ. πωλῶ και σημαίνει αυτόν που πουλά ό,τι δηλώνει το α συνθετικό.Παραδείγματα λέξεων με β συνθετικό πώλης: αλλαντοπώλης, ανθοπώλης, ανθρακοπώλης, αρτοπώλης,… …   Dictionary of Greek

  • βύρσα — η (AM βύρσα) νεοελλ. χοντρό, κατεργασμένο δέρμα για περικάλυψη μηχανημάτων ή εξαρτημάτων που υφίστανται μεγάλη τριβή (αρχ. μσν.) δέρμα γδαρμένου ζώου αρχ. 1. δέρμα ζωντανού λιονταριού 2. ασκί για κρασί 3. (περιφρονητικά για άνθρωπο) τομάρι,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.